cyberwhispers

whispers

Ονειρο-παρμένη

feelfree

Δεν θυμάμαι πότε έκλαψα, πότε γέλασα τελευταία φορά,  δεν είναι φοβερό; Αμέτρητα συναισθήματα και όλα στο λίγο. Θα `θελα να ήθελες να με πας μια βόλτα και να μ` αφήσεις ν` ανασαίνω πλάι σου χωρίς να ζητάς τίποτα άλλο. Ανάσες. Αληθινές ανάσες. Η πόρτα χτυπάει και δεν ανοίγω, πόση επιμονή πια, μια πόρτα είναι. -Θα ανοίξεις ή θα τη σπάσω; Με πήρε απ` το χέρι σχεδόν τραβώντας με, πάντα κατάφερνε να κάνει τη ζωή μου ταινία. Μαγικό. Τον γύρισα πίσω και ξάπλωσα στα πόδια  του, εκεί στον καναπέ. Μου χάιδευε τα μαλλιά και μου έλεγε πάλι τα δικά του. Θα πρέπει να κοιμήθηκα αμέσως. Οταν ξύπνησα είχε φύγει. Τουλάχιστον με είχε σκεπάσει.

Advertisements

εικοσιένα γραμμάρια

Κάτι συμβαίνει//Στο σημείο μηδέν επικρατεί ένα αξιαγάπητο συναισθηματικό χάος. Αν δεν υπήρχαν οι άνθρωποι με τους καθρέφτες θα έλεγες πως κάλλιστα θα μπορούσες να ζήσεις εκεί. Μα υπάρχουν. Κι εσύ σταματάς μόνο να κοιτάς και αρχίζεις να βλέπεις. Και μετά δίνεις χώρο, δίνεις χρόνο. Και παίρνεις δύναμη ή σκορπάς σε χιλιάδες κομμάτια.  Μετατοπίζεσαι. Και βρίσκεις κι άλλα σημεία. Κι ανοίγεις δρόμους. Και οι δρόμοι γίνονται χιλιόμετρα. Και κάπου εκεί ανάμεσα αρχίζεις πάλι να  υπάρχεις, να είσαι. Και προχωράς. Από το μηδέν//

Καλή Χρονιά//

away

Κρυώνω. Ισως δεν δικαιούμαι να κρυώνω αφού είμαι κάπου ζεστά, αλλά κρυώνω. Δεν έχω όρεξη να γράψω μόνο να κάνω βόλτες εδώ κι εκεί, να δω πως είστε, τι σκέφτεστε, αν υπάρχετε. Μύρισε το σπίτι τυρόπιτα, την έκαψα λίγο αλλά μου αρέσει έτσι. Λίγο έλειψε να δοθώ σ` έναν άντρα που ελάχιστα γνωρίζω αλλά με έσωσαν οι περιστάσεις, μάλλον σωθήκαμε και οι δυο. Ξύπνησα με νιφάδες χιονιού στην οθόνη μου, δεν με ρώτησαν απλά εμφανίστηκαν από το πουθενά, τους χαμογέλασα λοξά, μα κρυώνω περισσότερο. Θέλω να ταξιδέψω με τρένο, το αποφάσισα σήμερα ότι είναι το αγαπημένο μου μέσο. Τρένο σ` αγαπώ. Και φαντάσου λέει ν` ανεβώ στο τρένο και να φεύγουν οι άνθρωποι, να φυτρώνουν λουλούδια στις ράγες και να γεμίσουν οι κόσμοι μυρωδιές. Αγόρασα κόκονατ από τα μπόντι σοπ, θα λιποθυμίσω σας λέω, θα λιποθυμίσουν όλοι αλλά θα με θυμούνται, θα είμαι μια θύμηση. κ α λ η μ έ ρ α σας λέω, αλλά δεν είμαι εδώ. ταξιδεύω. θέλω να μελαγχολήσω αλλά δεν είναι στη φύση μου…όου γουέλ.

Εχει όμορφη βραδιά απόψε, σχεδόν γοητευτική. ο ουρανός έχει πάρει ένα παράξενο μπλε/μωβί χρώμα και με βρίσκει μ` ένα τσιγάρο στο χέρι στο μπαλκόνι μου. οι περαστικοί τριγυρνάνε στο λιμάνι αδιαφορώντας αν τους βλέπει κανείς, η αγαπημένη τους ώρα. αδιαφορώ κι εγώ η αλήθεια είναι, είναι απλά φιγούρες που δεν τις ζηλεύει ούτε καν η άκρη του ματιού μου. παρατηρώ εικόνες στον υπολογιστή μου. ένας γερασμένος άντρας γεμάτος τατού, έχει αλλοιώσει την μορφή της μέριλυν στο σώμα του και ο τσε δεσπόζει πάνω από το άγαλμα της ελευθερίας στο μπράτσο του. ο κέρμιτ ρουφάει το τσιγάρο του και ρίχνει την στάχτη του σ` ένα τεράστιο φλυτζάνι του καφέ. ένα κοριτσάκι κάνει κούνια κάτω από το A του PARK, έχει τα ματάκια της κλειστά και τα μαλλάκια της ανεμίζουν. τεράστιες πινακίδες νέον φωτίζουν την τσάινα τάουν και η λιμουζίνα περιμένει. η χιονάτη σνιφάρει ναρκωτικά και ένα συννεφάκι σκέψης γράφει fuck apples. μία μελαχροινή κοπέλα κάνει ωτοστόπ με προορισμό την wonderland ενώ ακριβώς από κάτω ένα εξάχρονο κοριτσάκι γράφει ένα γράμμα στο θεό και τον εκλιπαρεί να μην την ξεχάσει, να την κάνει όμορφη, όμορφη όπως έκανε την μητέρα και τις φίλες της

Dear god,

make me beautiful, please don`t forget me

σε χειρόγραφο παρακαλώ, πόνεσαν τα χεράκια της να γράφουν… πόνεσες την ψυχή μου κοριτσάκι. ευτυχώς εμφανίζεται ο αγαπημένος μου tom waits και με σώζει σου λέω. η γνωστή σκηνή με τον άλλον απίθανο, δικός μου κι αυτός, ο iggy στο κόφι & σίγκαρετς που προσπαθεί να του εξηγήσει ότι χρειάζεται κιθαρίστα (αν θυμάμαι καλά) και ότι δεν υπάρχει πουθενά στο τζουκ μποξ…ποιος; ο τομ! ναι ο τομ που έγραψα κάποτε στο τουίτερ ότι θα ήθελα να του κάνω μήνυση για όσα μου έχει προκαλέσει. η ποινή του θα ήτανε ένας καφές κι ένα τσιγάρο για πάρτη μου. φεύγοντας από το καφέ ο τομ, ανακαλύπτει ότι ούτε ο ίγγυ είναι στα τζουκμπόξ! ποιος; ο ίγγυ.

από πίσω ακούγεται αυτό

στο ριπίτ. καλό βράδυ. μάτια κλείνουν.

Υ.Γ. όταν είμαστε περαστικοί, ας φοράμε ένα κόκκινο παλτό, ή έστω κόκκινα παπούτσια. κάποια μάτια θα βρεθούν να μας ζηλέψουν.

Οχι πια έρωτες

Ζω στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου σου παρέα με τον σκύλο σου τον Ντέξτερ. Κάθε φορά που θέλουμε να σου μιλήσουμε, σου στέλνουμε σημειώματα και γαβγίζουμε να μας ακούσεις. Τότε μας βάζεις προσεχτικά στο κάθισμα του συνοδηγού, ανοίγεις το παράθυρο και δυναμώνεις την ένταση του ραδιοφώνου.

Μας υπενθυμίζεις την θέση μας, μας πονάς. Ξεδιψάμε με χυμό πορτοκάλι και ελάχιστες σταγόνες απόσταγμα από το σάλιο των χειλιών σου. Μοιραζόμαστε το άλλοτε αγαπημένο φρούτο της Εύας και ο Ντέξτερ κουνάει ευτυχισμένος την ουρίτσα του. Ωρα να κλείσεις το πορτ μπαγκάζ σου, κρυώνουμε.

(Στον Μεςς που το ζήτησε )